ταχύπους

ταχύπους
(-οδός), ους , ουν быстроногий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ταχύπους" в других словарях:

  • ταχύπους — swift footed masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύπους — ουν, ΝΑ ο γρήγορος στα πόδια, αυτός που βαδίζει ή κινείται γρήγορα, γοργοπόδαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταχυ * + πούς (πρβλ. βραδύ πους)] …   Dictionary of Greek

  • ταχύποδα — ταχύπους swift footed neut nom/voc/acc pl ταχύπους swift footed masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυπόδεσιν — ταχύπους swift footed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυπόδων — ταχύπους swift footed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύποδας — ταχύπους swift footed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύποδες — ταχύπους swift footed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύποδος — ταχύπους swift footed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύποσι — ταχύπους swift footed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύπουν — ταχύπους swift footed masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οξύπους — ουν (Α ὀξύπους, ουν) νεοελλ. ζωολ. γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας τών σταφυλινιδών, που περιλαμβάνει μικρόσωμα είδη τού βόρειου ημισφαιρίου αρχ. αυτός που βαδίζει γρήγορα, ταχύπους, γοργοπόδαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ * + πούς (πρβλ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»